Η μελέτη εξετάζει τα βασικά χαρακτηριστικά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα και τις δυνητικές επιδράσεις της στην οικονομική ανάπτυξη. Το ελληνικό σύστημα χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλή πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ παράλληλα ο αριθμός των μεταπτυχιακών και διδακτορικών φοιτητών έχει αυξηθεί σημαντικά την περίοδο 2001-2023. Ωστόσο, η ποσοτική αυτή επέκταση συνοδεύεται από προκλήσεις ποιότητας, όπως, η αδύναμη αντιστοίχιση δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. H μελέτη αναδεικνύει ότι η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά την ερευνητική της δραστηριότητα, με αύξηση των επιστημονικών δημοσιεύσεων, των αναφορών και της διεθνούς απήχησης τους. Επιπλέον, οι δαπάνες R&D στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αν και παραμένουν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, η απόσταση περιορίζεται με την πάροδο του χρόνου. Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι τα πανεπιστήμια επιδρούν στην οικονομία τόσο άμεσα, μέσω δαπανών και κατανάλωσης, όσο και μακροχρόνια, μέσω ανθρώπινου κεφαλαίου, έρευνας, καινοτομίας και διάχυσης γνώσης. Η εμπειρική άσκηση της μελέτης εκτιμά ότι, εάν η Ελλάδα συγκλίνει ποιοτικά προς χώρες με τα πιο ανεπτυγμένα συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας, μπορεί να προκύψει μακροχρόνια δυνητική σωρευτική αύξηση του ΑΕΠ έως 10,8%-12,7%. Η προσέλκυση ξένων και παλιννοστούντων φοιτητών δεν μπορεί να βασιστεί απλώς στην ύπαρξη διαθέσιμων θέσεων, αλλά απαιτεί περαιτέρω αναβάθμιση της ποιότητας, διεθνοποίηση, αγγλόφωνα προγράμματα, θεσμική σταθερότητα, υποτροφίες και καλύτερη σύνδεση των πανεπιστημίων με την οικονομία. Η μελέτη καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής που περιλαμβάνουν εξορθολογισμό σε όρους αριθμού εισακτέων και προγραμμάτων προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών, καλύτερη αντιστοίχιση σπουδών με την αγορά εργασίας, ενίσχυση της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης, αύξηση της χρηματοδότησης R&D και στόχο προσέλκυσης 100.000 ξένων ή παλιννοστούντων φοιτητών.