Τακτική Γενική Συνέλευση | Eurobank
Επιλέξτε γλώσσα Top Menu Main Menu Extra Button Menu Page Contents Footer Αναζήτηση

Τακτική Γενική Συνέλευση

«Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει προσαρμοστεί αποτελεσματικά στα νέα δεδομένα και παρουσιάζει σημαντικές προοπτικές ταχύρυθμης ανάπτυξης και στο μέλλον και μάλιστα με ρυθμό άνω του μέσου όρου στην ευρωζώνη», τόνισε ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias κ. Νικόλαος Νανόπουλος και προσέθεσε «αισιοδοξούμε για την πορεία της Τράπεζάς μας και της μετοχής μας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι και η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να επιδεικνύει το δυναμισμό των τελευταίων ετών σε συνδυασμό με ένα λιγότερο αβέβαιο εξωτερικό περιβάλλον».
«Το περιβάλλον».
Η επισήμανση έγινε κατά τη διάρκεια της Ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias, που πραγματοποιήθηκε το μεσημέρι και ενέκρινε, μεταξύ άλλων, τα οικονομικά αποτελέσματα της χρήσης 2002. Στη Γενική Συνέλευση παραβρέθηκαν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νίκος Γκαργκάνας και οι υποδιοικητές κκ. Παναγιώτης Θωμόπουλος και Νίκος Παλαιοκρασσάς, ο πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας κ. Θεόδωρος Καρατζάς, επικεφαλής τραπεζών, εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Προς τους Μετόχους απευθύνθηκε ο πρόεδρος της Τράπεζας κ. Ξενοφών Νικήτας, ο οποίος σημείωσε ότι «ο χρηματοπιστωτικός μας τομέας έχει ακόμη πολλά σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρύτερη περιφέρεια.» Αφού, στη συνέχεια, αναφέρθηκε σε επιμέρους δυνατότητες του ελληνικού τραπεζικού συστήματος υπογράμμισε ότι «το γεγονός ότι οι προοπτικές διαγράφονται γενικά θετικές δεν σημαίνει ότι τα οφέλη θα αναλογούν σε όλους εξίσου. Οι δυνατότητες και οι ευκαιρίες υπάρχουν για εκείνους τους οργανισμούς που μπορούν να προσαρμόζονται αποτελεσματικά σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον και είναι σε θέση να τις αξιοποιήσουν. Και η Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias συγκαταλέγεται, χωρίς αμφιβολία, μεταξύ των επιτυχημένων». O διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias κ. Νικόλαος Νανόπουλος, αναφέρθηκε αρχικά στο γενικότερο οικονομικό περιβάλλον και την επιρροή που ασκεί στις εργασίες των ελληνικών τραπεζών. «Το 2002 ήταν μια ακόμα δύσκολη χρονιά, αλλά οι συνθήκες μάς επιτρέπουν να διαμορφώσουμε κάπως πιο αισιόδοξες προσδοκίες για το μέλλον». «Είναι φανερό», τόνισε, ότι «το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει πλέον εισέλθει σε μια νέα εποχή» ως κλάδος ανοικτός, σύγχρονος, εξωστρεφής και δυναμικά αναπτυσσόμενος, με αναβαθμισμένες υπηρεσίες και ολοκληρωμένη εξυπηρέτηση και «βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με νέες προκλήσεις». Απέναντι σ’ αυτές και τους κινδύνους που ελλοχεύουν, «το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει προσαρμοστεί αποτελεσματικά στα νέα δεδομένα και παρουσιάζει σημαντικές προοπτικές ταχύρυθμης ανάπτυξης και στο μέλλον και μάλιστα με ρυθμό άνω του μέσου όρου στην ευρωζώνη». Για να προσθέσει ότι «με δεδομένες τις θετικές προοπτικές για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα απώτερος στόχος όλων μας δεν μπορεί να είναι άλλος από την περαιτέρω ενδυνάμωση του, ώστε όχι μόνο να καλύπτει πλήρως τις όποιες ανάγκες των ιδιωτών και εταιρικών πελατών του, αλλά παράλληλα να συμβάλλει στην ανάπτυξη, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης και της ανάπτυξής της σε περιφερειακή οικονομική δύναμη». Ο κ. Νανόπουλος επικέντρωσε στη συνέχεια την προσοχή του σε θέματα χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα και υπογράμμισε, κατά πρώτο λόγο, ότι δεν τεκμηριώνεται η αντίληψη πως ο καταναλωτής τραπεζικών προϊόντων είναι υπερχρεωμένος. Σε αντίθεση με αυτό, σημείωσε ο ίδιος «το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει μια σοβαρή πρόκληση που έχει να κάνει με ένα μικρό ευτυχώς αριθμό επιχειρήσεων, που λόγω υπεραισιόδοξων εκτιμήσεων ή εσφαλμένων χειρισμών, προέβησαν σε πρωτοβουλίες ή επενδύσεις που εμφανίζουν σήμερα δυσκολίες και δεν συμβάλλουν στην κερδοφορία τους. Η διόρθωση αυτών των καταστάσεων επιβάλλει ανάληψη πρωτοβουλιών αναδιάρθρωσης και εξυγίανσης πρώτα και κύρια από τους ίδιους, για την υλοποίηση των οποίων θα χρειασθεί η συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ των ελληνικών τραπεζών, αλλά και των αρχών, καθώς επίσης και στενή συνεργασία και κατανόηση μεταξύ του τραπεζικού συστήματος και των επιχειρήσεων». Το κρίσιμο, για τις ελληνικές τράπεζες, στοίχημα, υπογράμμισε ο κ. Νανόπουλος, θα είναι η ικανότητά τους «να αναδείξουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους και κυρίως, την ικανότητά τους να δημιουργούν διατηρήσιμα έσοδα», δηλαδή εκείνα που προκύπτουν από την οργανική αύξηση των εργασιών και «συνδυάζονται με την αποδοτική διαχείριση του ενεργητικού, των κινδύνων και βέβαια του κόστους». «Η Eurobank κατάφερε αυτό ακριβώς: να αναδείξει την ικανότητά της να εκμεταλλεύεται και να ενισχύει τις υγιείς οικονομικές βάσεις που διαθέτει στηριζόμενη στην πολιτική οργανικής ανάπτυξης και διεύρυνσης της παρουσίας της στην αγορά, δημιουργώντας διατηρήσιμα έσοδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2002, το σύνολο του ενεργητικού της Τράπεζας διευρύνθηκε κατά 29% και ανήλθε σε € 25 δισ. περίπου ενώ οι χορηγήσεις αυξήθηκαν κατά 22%, έναντι αύξησης 17% του συνόλου της ελληνικής αγοράς. Εξ’ αυτών, οι χορηγήσεις προς ιδιώτες, επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 34%, ενώ οι χορηγήσεις προς επιχειρήσεις κατά 15%. Αντίστοιχα και στον τομέα των καταθέσεων και της διαχείρισης περιουσίας ο ρυθμός διεύρυνσης των εργασιών μας ξεπέρασε το ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς στο σύνολό της», σημείωσε ο κ. Νανόπουλος. Αναφερόμενος στα οικονομικά αποτελέσματα της Τράπεζας για το 2002, ο κ. Νανόπουλος σημείωσε ότι το σύνολο των οργανικών εσόδων της Τράπεζας αυξήθηκε κατά 13% και προσέγγισε τα 972 εκατομμύρια ευρώ. «Η σημαντική αυτή αύξηση των οργανικών εσόδων αντανακλά τη συστηματική διεύρυνση των εργασιών σε κερδοφόρους τομείς δραστηριότητος, κυρίως στην τραπεζική ιδιωτών. Προέρχεται κατά κύριο λόγο από τη βελτίωση των εσόδων από τόκους που αυξήθηκαν κατά 17%, και αντιστοιχούν σε καθαρό περιθώριο επιτοκίου άνω του 3%, που είναι από τα υψηλότερα της αγοράς. Λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή συγκυρία αλλά και την ελληνική πραγματικότητα η Τράπεζα προέβη για το 2002 σε ηυξημένες προβλέψεις κατά € 30 εκ. σε σχέση με το 2001. Οι διενεργηθείσες προβλέψεις αντιστοιχούν στο 0,8% του μέσου δανειακού χαρτοφυλακίου της Τράπεζας, και θωρακίζουν τη μελλοντική κερδοφορία της. Οι συνολικές προβλέψεις καλύπτουν το 84% των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ποσοστό που είναι από τα υψηλότερα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα». «Η προσπάθεια για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ομίλου», εξήγησε ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας, «αντανακλάται και στην περαιτέρω επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του λειτουργικού κόστους. Σε συγκρίσιμη βάση, το λειτουργικό κόστος αυξήθηκε το 2002 με ρυθμό 5% περίπου από 9,4% το 2001 και 21% το 2000, και επιβαρύνθηκε σημαντικά από την αύξηση των αποσβέσεων για επενδύσεις σε τεχνολογία, που στόχο έχουν, τη σε μακροπρόθεσμη βάση βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του ομίλου. Ο δείκτης κόστους προς μέσο ενεργητικό βελτιώθηκε από 3% σε 2,7%, ενώ ο δείκτης αποτελεσματικότητας (δηλαδή ο λόγος λειτουργικού κόστους προς συνολικά έσοδα) διαμορφώθηκε στο 60,8% και παραμένει από τους ισχυρότερους στην αγορά. Τα ενοποιημένα μετά από φόρους κέρδη των € 184 εκ., η ισχυρή κεφαλαιακή μας θέση, καθώς και η υψηλή ποιότητα της κερδοφορίας του τραπεζικού μας ομίλου επιτρέπουν τη διανομή μερίσματος € 0,47 ανά μετοχή», κατέληξε στο σημείο αυτό. Την πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου ενέκρινε η Γ.Σ. και από αύριο Τρίτη, 20 Μαΐου 2003, η μετοχή στο Χρηματιστήριο Αθηνών θα διαπραγματεύεται χωρίς το δικαίωμα λήψης μερίσματος 0,47 € ανά μετοχή, που θα εισπραχθεί από τους Μετόχους από τη Δευτέρα 2 Ιουνίου 2003. Με τη διανομή του 78% των καθαρών κερδών ή ποσό € 144 εκ. ως συνολικό μέρισμα, η μερισματική απόδοση της μετοχής της Τράπεζας μας καθίσταται μια από τις υψηλότερες στην ελληνική κεφαλαιαγορά. Τα Ίδια κεφάλαια της Τράπεζας στα τέλη του 2002 ανέρχονταν σε € 1,9 δισ. και παραμένουν από τα ισχυρότερα στον κλάδο. Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφώθηκε στο 11,7% αποτελούμενος σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από κεφάλαια πρώτης κατηγορίας (ΤΙER1), επιβεβαιώνοντας την ικανότητα της EFG Eurobank Ergasias να διατηρεί τη δυναμική της ανάπτυξη, χωρίς να χρειάζεται να προσφύγει στους Μετόχους της για να αντλήσει νέα κεφάλαια στο προσεχές μέλλον. Σημειώνεται ότι στο τέλος του Α΄ τριμήνου 2003 τα Ίδια κεφάλαια ανήλθαν σε € 2 δισ., με αποτέλεσμα ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας να διαμορφωθεί στο 12,2%. Όπως είπε ο κ. Νανόπουλος, «τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου είναι ενθαρρυντικά, και μας επιτρέπουν παρά το ότι είναι ακόμα σχετικά νωρίς, να παραμένουμε αισιόδοξοι για το σύνολο του 2003». Ακόμη, το πρώτο τρίμηνο κατεγράφη σημαντική ενίσχυση των οργανικών εσόδων κατά 16%, παράλληλα με την περαιτέρω συγκράτηση στην αύξηση του λειτουργικού κόστους στο επίπεδο του 3,5% σε συγκρίσιμη βάση». Σε ό,τι αφορά τη στρατηγική και τους στόχους της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias για το 2003 ο κ. Νανόπουλος τόνισε ότι, εκτός των άλλων, αποβλέπουν στη δημιουργία αξίας για τους Μετόχους της σε μακροπρόθεσμη βάση. Για να επιτευχθεί αυτό, θα επιδιωχθεί:
  • Η περαιτέρω διεύρυνση της παρουσίας της Τράπεζας στην εγχώρια αγορά μέσα από μία συντονισμένη οργανική ανάπτυξη που θα είναι εστιασμένη στους πιο αποδοτικούς και τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς τραπεζικής δραστηριότητας.
  • Η υιοθέτηση αποτελεσματικής και ευέλικτης οργανωτικής και λειτουργικής διάρθρωσης που να στηρίζεται σε σύγχρονη τεχνολογική υποδομή για βελτίωση της παραγωγικότητας σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας.
  • Η έγκαιρη και μεθοδευμένη επέκταση στα Βαλκάνια για αξιοποίηση των ευκαιριών που παρουσιάζονται στις χώρες αυτές κυρίως σε εκείνες που έχουν έναν πιο έντονο ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
  • Η έμφαση στην ποιότητα και την ολοκληρωμένη εξυπηρέτηση του πελάτη με διαφάνεια στις συναλλαγές και κοινωνική ευαισθησία μέσα από τη συνεχή αναβάθμιση των γνώσεων και των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού.
  • Η εφαρμογή σύγχρονων μορφών διαχείρισης και ελέγχου κινδύνων και υιοθέτηση των αρχών της ορθής εταιρικής διακυβέρνησης. Στη συνέχεια, ο κ. Νανόπουλος αναφέρθηκε στην πορεία της μετοχής της EFG Eurobank Ergasias και στη γενικότερη πορεία της, τόσο έναντι του γενικού όσο και του τραπεζικού δείκτη, εγχώριου και ευρωπαϊκού και κατέληξε ότι με την ακολουθούμενη στρατηγική «αισιοδοξούμε για την πορεία της Τράπεζάς μας και της μετοχής μας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι και η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να επιδεικνύει το δυναμισμό των τελευταίων ετών σε συνδυασμό με ένα λιγότερο αβέβαιο εξωτερικό περιβάλλον». Πέραν της εγκρίσεως του μερίσματος προς διανομή, η Γενική Συνέλευση ενέκρινε και τα άλλα θέματα της ημερήσιας διάταξης όπως τη δωρεάν διάθεση μετοχών στο προσωπικό καθώς και πρόγραμμα δικαιωμάτων προαιρέσεως (stock options) στους εργαζομένους της Τράπεζας
  •